Βρίσκεστε εδώ: pneumonologist.gr » Πνευμονολογικά άρθρα

 
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΒΡΟΓΧΟΣΚΟΠΗΣΗΣ ΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΠΝΕΥΜΟΝΑ - ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ
Ν.ΧΑΪΝΗΣ, Πνευμονολόγος
 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΒΡΟΓΧΟΣΚΟΠΗΣΗΣ

ΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΟΝΑ

Νίκος Δ. Χαϊνης

Πνευμονολόγος

Ιατρικό Κέντρο Αθηνών

 

Ο Καρκίνος του πνεύμονα αποτελεί μια από τις κυριότερες αιτίες θανάτου παγκοσμίως. 1.3 εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν ετησίως (έχουμε περισσότερους θανάτους από εκείνους που οφείλονται στον καρκίνο του προστάτη, του μαστού και του εντέρου.

Στις ΗΠΑ , ο καρκίνος του πνεύμονα, είναι ο δεύτερος συνηθέστερος καρκίνος μεταξύ των ανδρών της λευκής, μαύρης, ασιατικής φυλής και της φυλής των American Indian . Είναι δε , ο τρίτος συχνότερος καρκίνος στους Ισπανόφωνους άνδρες

Μεταξύ των γυναικών , ο καρκίνος του πνεύμονα είναι ο δεύτερος συνηθέστερος καρκίνος μεταξύ των λευκών και American Indian και ο τρίτος συχνότερος καρκίνος μεταξύ των γυναικών της μαύρης, ασιατικής φυλής και των ισπανόφωνων γυναικών.

Κυριότεροι ιστολογικοί τύποι πνευμονικού καρκίνου (πιν.1,εικ.1) είναι

• Αδενοκαρκίνωμα 30-35%

• Πλακώδες 33%

• Μεγαλοκυτταρικό 9%

• Μικροκυτταρικό 20%

• Βρογχοκυψελιδικό 2%

Πιν.1

Αδενοκαρκίνωμα 30-35%

 

Πλακώδες 33%

Μεγαλοκυτταρικό 9%

Μικροκυτταρικό 20%

Βρογχοκυψελιδικό 3%

Εικ..1

Αδενοκαρκίνωμα Πλακώδες Μεγαλοκυτταρικό Μικροκυτταρικό Βρογχοκυψελιδικό

 

 

 

 

 

 

Η πρόγνωση του πνευμονικού καρκίνου εξαρτάται από το στάδιο της νόσου.

Εικ.2 (α) (β)

 

Επιβίωση ασθενών σύμφωνα με το κλινικό στάδιο (2α) και το παθολογικό στάδιο (2β)

Η 5/ετής επιβίωση στις ΗΠΑ είναι 15% και στην Ευρώπη 10%.Τα χαμηλά ποσοστά επιβίωσης οφείλονται κυρίως στην καθυστερημένη διάγνωση της νόσου.

Πάνω από 2/3 των συμπτωματικών ασθενών έχουν ήδη εκτεταμένη νόσο κατά τη διάγνωση.

Η 5/ετής επιβίωση σε ασθενείς με νόσο TIS N0 MO ή T1 N0 M0 μετά από χειρουργική θεραπεία είναι μεγαλύτερη από 90%.

Γίνεται κατανοητό πως η διάγνωση και κυρίως η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του πνεύμονα είναι πρωταρχικής σημασίας, για την επιβίωση των ασθενών.

 

Ο στόχος της διαγνωστικής προσπέλασης του πνευμονικού καρκίνου είναι:

• η ταυτοποίησή του (ιστολογικός τύπος)

• η σταδιοποίηση και τέλος

• η εφαρμογή της πλέον κατάλληλης θεραπείας

 

Τα κύρια διαγνωστικά μέσα που διαθέτουμε είναι :

 

Α. ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ

Οι κυριότερες που διαθέτουμε είναι :

• η αξονική τομογραφία (CT)

• το PET scan (positron emission tomography)

 

εικ.3

 

Οι 2 πρώτες εξετάσεις είναι πολύ χρήσιμες στη διάγνωση του καρκίνου, με ικανοποιητικά ποσοστά ευαισθησίας και ειδικότητας (CT: ευαισθησία 60%, ειδικότητα 81% , PET scan: ευαισθησία 84%,ειδικότητα 89%).Το pet scan είναι περισσότερο ειδική εξέταση στον αιτιολογικό καθορισμό της βλάβης (νεοπλασία ή όχι) ,συγκριτικά με την αξονική τομογραφία, με αρκετά όμως ψευδώς θετικά αποτελέσματα, κυρίως σε περιπτώσεις φλεγμονής ή νέκρωσης.

Και βέβαια καμία δεν μπορεί να θέσει την ακριβή διάγνωση (ιστολογικός τύπος), η οποία θα τεθεί στο παθολογοανατομικό ή/και κυτταρολογικό εργαστήριο, μετά από την λήψη κατάλληλου κυτταρολογικού ή/και ιστολογικού υλικού.

Για τους διαγνωστικούς περιορισμούς της αξονικής τομογραφίας, ειδικά σε περιπτώσεις ενδοβρογχικής βλάβης, αναφέρεται ενδεικτικά η περίπτωση ασθενούς με ιστορικό Ca λάρυγγος και παρατεινόμενο εμπύρετο όπου η αξονική τομογραφία περιέγραφε «πύκνωση με αεροβρογχόγραμμα». Από τον ασθενή αυτόν αφαιρέθηκε βρογχοσκοπικά εκμαγείο βρόγχου μεγάλων διαστάσεων (εικ.4)

 

Εικ.4

 

Β. ΑΛΛΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ (ΕΠΕΜΒΑΤΙΚΕΣ)

Κυριότερες από αυτές είναι η

• Διαθωρακική παρακέντηση θώρακος υπό αξονικό τομογράφο (FNA - Transthoracic CT guided needle aspiration) και η

• Θωρακοσκόπηση (VATS-video assisted-thoracoscopy).

 

Εικ.5

Και οι δύο χειρισμοί θέτουν 100% διάγνωση. Παρουσιάζουν όμως τα εξής μειονεκτήματα :

Αδυναμία προσπέλασης κεντρικών βλαβών

Κίνδυνος πνευμοθώρακα ή/και αιμορραγίας , όσον αφορά την πρώτη και αδυναμία εφαρμογής σε ασθενείς με άλλα σοβαρά προβλήματα υγείας, πχ. ΧΑΠ , όσο αφορά τη δεύτερη.

Τέλος στις επεμβατικές μεθόδους πρέπει να αναφέρουμε και τη θωρακοτομή.

 

Γ. ΒΡΟΓΧΟΣΚΟΠΗΣΗ

Η διαγνωστική αξία του βρογχοσκοπικού ελέγχου έχει θέση σε κάθε πνευμονική νεοπλασία κεντρική ή περιφερική και σε οποιοδήποτε στάδιο της νόσου.

Η δυνατότητα της άμεσης επισκόπησης από τον ρινοφάρυγγα μέχρι την 6η περίπου υποδιαίρεση των βρόγχων και η λήψη διάφορων υλικών όπως Βρογχικές εκκρίσεις, υλικό από βρογχοκυψελιδική έκπλυση (BAL), λήψη ξεσμάτων βρογχικού βλεννογόνου (ψήκτρα,εικ.6), Κυτταρολογική εξέταση λεμφαδένων μεσοθωρακίου (TBNA,εικ.7) και βέβαια η λήψη ιστολογικού υλικού με τη βιοψία βρόγχου ή τη διαβρογχική βιοψία (βιοψία πνευμονικού παρεγχύματος,εικ.8), καθιστούν τη βρογχοσκόπηση σαν ένα από τα πολυτιμότερα εργαλεία που διαθέτει σήμερα η πνευμονολογία στη διάγνωση και σταδιοποίηση του καρκίνου του πνεύμονα , όπως επίσης στη θεραπεία αλλά και στην εκτίμηση της θεραπευτικής αντιμετώπισης.

Εικ.6 Εικ.7 Εικ.8

Βούρτσα Βελόνη TBNA Ιστολογικές λαβίδες

Συγκεκριμένα

 

ΒΙΟΨΙΑ (βρογχική (ΒΒ), διαβρογχική (ΔΒΒ):

Εικ.9 (ΒΒ) Εικ.9α (ΔΒΒ)

Η λήψη βιοψίας είναι απλή και σε γενικές γραμμές χωρίς επιπλοκές, σε περιπτώσεις ενδοβρογχικών (ορατών) όγκων. Ακόμη και σε περιπτώσεις μη κεντρικών όγκων (μη ορατών) είναι δυνατή η λήψη βιοψίας, ειδικά σε διάχυτες παρεγχυματικές βλάβες. Η διαγνωστική επιτυχία της βιοψίας κυμαίνεται από 30 ως 70% και εξαρτάται κυρίως από το μέγεθος και τη θέση εντόπισης της βλάβης.

 

 

 

 

 

 

TBNA :

Εικ.10

Αρχικά οι βελόνες είχαν σχεδιασθεί κυρίως για λήψη κυτταρολογικού υλικού. Αργότερα σχεδιάσθηκαν και για λήψη ιστολογικού υλικού από βλάβες υποβλεννογόνιες, περιβρογχικές, από βλάβες του μεσοθωρακίου και από κεντρικούς λεμφαδένες

Οι βελόνες αυτές είναι χρήσιμες για λήψη υλικού από περιοχές όπου είναι αδύνατη η λήψη με τις απλές λαβίδες. Η κύρια ένδειξη της TBNA είναι στη σταδιοποίηση του καρκίνου του πνεύμονα Το διαγνωστικό της εύρος φθάνει το 80% για περιβρογχικές βλάβες.

 

ΕΚΠΛΥΣΗ – ΒΟΥΡΤΣΑ : (εικ. 11,12)

Εικ.11 εικ.12

Το διαγνωστικό εύρος των δύο αυτών τεχνικών είναι παρόμοιο, είτε πρόκειται για ορατούς όγκους (κεντρικούς) είτε για μη ορατούς όγκους (περιφερικούς). Συγκεκριμένα :

Ορατοί όγκοι Μη ορατοί όγκοι

Έκπλυση = 49-76% 35-52%

Βούρτσα = 52-77% 26-52%

 

Ταυτόχρονα δε αποτελεί μια εξέταση ασφαλή. Μικρής διάρκειας, ανώδυνη, πρακτικά χωρίς κινδύνους, με ελάχιστες αντενδείξεις και δεν απαιτείται νοσηλεία.

Για την ασφάλεια της βρογχοσκόπησης μνημονεύεται εργασία που παρουσιάσθηκε στο 9ο Πανελλήνιο Πνευμονολογικό Συνέδριο, από τις 3 πνευμονολογικές κλινικές και το Βρογχολογικό εργαστήριο, όπου αναφέρεται η ασφάλεια της βρογχοσκόπησης και η χρησιμότητά της σε υπερήλικες ασθενείς. Συγκεκριμένα την περίοδο 1/1/1991 μέχρι 30/7/1997, επί συνόλου 7542 βρογχοσκοπήσεων που έγιναν από 10 συνολικά βρογχοσκόπους, οι 368 (4,78%) ασθενείς ήταν ηλικίας άνω των 80 ετών. Ένδειξη βρογχοσκόπησης αποτέλεσαν κυρίως η αιμόπτυση ,η παθολογική α/α θώρακα, ο βήχας και το θωρακικό άλγος. Από τους 368 υπερήλικες ασθενείς που βρογχοσκοπήθηκαν , διάγνωση τέθηκε σε 143 (38.85%) . Αναλυτικά: Βρογχογενές καρκίνωμα διαγνώσθηκε σε 133 ασθενείς ( 93%) Σε 10 ασθενείς (7%) διαγνώσθηκαν άλλες παθήσεις [7 TBC ,1 σαρκοείδωση , 1 πνευμονική ίνωση και 1 πνευμονία]. Η διάγνωση έγινε με βιοψία βρόγχου, βρογχικές εκκρίσεις, ψήκτρα, μεταβρογχοσκοπικά πτύελα και καλλιέργεια βρογχικών εκκρίσεων. Η βρογχοσκόπηση έγινε καλά ανεκτή από το σύνολο σχεδόν των ασθενών . Διακοπή χρειάσθηκε να γίνει μόνο σε 3 ασθενείς !!! (0,81%) Στον ένα λόγω κακής συνεργασίας και στους άλλους δύο γιατί παρουσίασαν υποξυγοναιμία και κρίση αρτηριακής υπέρτασης αντίστοιχα που αντιμετωπίσθηκαν επιτυχώς.

 

Όπως κάθε διαγνωστική τεχνική, έτσι και η βρογχοσκόπηση παρουσιάζει ορισμένους περιορισμούς, όπως, αδυναμία εντόπισης πολύ μικρής βλάβης, αδυναμία διάκρισης των υγιών ορίων περιφερικά της βλάβης και τέλος δυσκολία ή και αδυναμία λήψης υλικού από βλάβες που δεν εντοπίζονται κεντρικά (εικ.13).

Εικ.13

 

Ένα από τα σημαντικότερα διαγνωστικά προβλήματα αποτελεί η διερεύνηση μονήρους πνευμονικού όζου (ΜΠΟ) (εικ.15).

Εικ.14

 

Οι ΜΠΟ είναι συχνή κατάσταση (25% περίπου των περιπτώσεων) και μπορεί να οφείλονται σε πολλές αιτίες (πιν.2, διαφορική διάγνωση ΜΠΟ).

Πιν.2

ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΜΟΝΗΡΩΝ ΠΝΕΥΜΟΝΙΚΩΝ ΟΖΩΝ

ΚΑΚΟΗΘΕΙΣ ΚΑΛΟΗΘΕΙΣ

Βρογχογενές καρκίνωμα ΚΟΚΚΙΩΜΑΤΩΔΕΙΣ ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ

Αδενοκαρκίνωμα Φυματίωση

Πλακώδες καρκίνωμα Κοκκιοδιομύκωση

Μεγαλοκυτταρικό Ιστοπλάσμωση

Μικροκυτταρικό ΜΗ ΛΟΙΜΩΔΕΙΣ ΚΟΚΚΙΩΜΑΤΩΣΕΙΣ

Καρκινοειδές Σαρκοείδωση

ΜΕΤΑΣΤΑΤΙΚΟ Κοκκιωμάτωση του Wegener

Μαστός Μη κοκκιωματώδεις λοιμώξεις

Νεφροί Εχινόκοκκος κύστη

Έντερο Ασκαρίδες

Κεφαλής & Τραχήλου Pneumocystis carinii

Σάρκωμα ΚΑΛΟΗΘΕΙΣ ΟΓΚΟΙ

Γεννητικών κυττάρων Αμάρτωμα

Θυρεοειδής Λίπωμα

ΑΛΛΑ Ίνωμα

Συγγενείς

Αρτηριοφλεβικές δυσπλασίες

Βρογχογενής κύστη

ΜΙΚΤΑ

Ρευματοειεδείς όζοι

Αμυλοείδωση

Πνευμονικό έμφρακτο

 

Οι κυριότερες εξ’ αυτών είναι :

1. Κοκκιωματώδη νοσήματα

2. Βρογχογενής καρκίνος

3. Μετάσταση από άλλα όργανα

 

Παρά το γεγονός ότι η κλασσική βρογχοσκόπηση έχει χαμηλή ευαισθησία στην εντόπιση πνευμονικής βλάβης, παρουσιάζει υψηλή ειδικότητα, έτσι το διαγνωστικό εύρος της είναι μεγάλο και κυμαίνεται από 20 μέχρι 84%.. Μικρότερα ποσοστά έχουμε σε βλάβες μικρότερες των 2 εκατοστών.

Τα ποσοστά αυτά αυξάνουν όμως πολύ με τις νέες τεχνικές που εφαρμόζονται σήμερα, μετά την τεράστια ανάπτυξη που έχει παρουσιάσει η τεχνολογία στην απεικόνιση και στην πληροφορική.

 

Γ. ΒΡΟΓΧΟΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ

1. Φθορίζουσα βρογχοσκόπηση

2. Αυτοφθορίζουσα βρογχοσκόπηση

3. Ενδοβρογχικός υπέρηχος (EBUS)

4. Ηλεκτρομαγνητική πλοήγηση (endobronchial GPS)

 

 

Γ1. Φθορίζουσα Βρογχοσκόπηση

Απλή φθορίζουσα ή φαρμακευτική (Drug induced fluorescence): χρησιμοποιούνται ως tumor markers, παράγωγα της αιματοπορφυρίνης είτε PhotofrinΙΙ, ουσίες φωτοευαίσθητες και οι οποίες δεσμεύονται εκλεκτικά από τον καρκινικό ιστό. Εκπέμπουν κόκκινο φως όταν φωτίζονται από το φως που εκπέμπει το φθορίζων βρογχοσκόπιο. Η μέθοδος αυτή δεν χρησιμοποιείται ευρέως, λόγω πολύπλοκης προετοιμασίας, υψηλού κόστους και δερματικής φωτοευαισθησίας.

Αυτοφθορίζουσα:

Η εκπομπή ενός συγκεκριμένου μήκους κύματος φωτός μεταξύ 400-600 nm προκαλεί φθορισμό των κυττάρων. Αυτό το είδος φθορισμού καλείται αυτοφθορισμός. Σε αυτή την αρχή στηρίζεται και η αυτοφθορίζουσα βρογχοσκόπηση καθώς ο φθορισμός υγιών και νεοπλασματικών κυττάρων διαφέρει.

Έτσι, εκπέμποντας μπλε φως (400-600 nm), με το ειδικό βρογχοσκόπιο, έχουμε τη δυνατότητα να διακρίνουμε νέο-ή παρα-νεοπλασματικές βλάβες, οι οποίες μπορεί να διαφύγουν με την κλασσική βρογχοσκόπηση (λευκό φως), ακόμη και εάν η εμπειρία του βρογχοσκόπου είναι μεγάλη. Προκαρκινικές ή πρώϊμες καρκινικές βλάβες εμφανίζονται ως κόκκινες ή καφέ χρώματος.

Συμπερασματικά, η φθορίζουσα βρογχοσκόπηση συγκριτικά με την κλασσική βρογχοσκόπηση, παρουσιάζει αφενός υψηλή ευαισθησία (αυξάνει το ποσοστό της ευαισθησίας της κλασσικής βρογχοσκόπησης -λευκό φως- από 10,6 σε 61,2%) αφετέρου όμως, χαμηλή ειδικότητα ειδικά σε περιπτώσεις όπως χρόνια βρογχίτιδα καθώς και σε περιοχές όπου έχουν προηγηθεί άλλες βιοψίες.

Εικ.15 ενδοβρογχικός όγκος Εικ.16 Όγκος με διακριτά όρια

 

Γ2. Ενδοβρογχικός υπέρηχος

 

Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να εφαρμόζεται, στα πλαίσια της διάγνωσης αλλά και της σταδιοποίησης του καρκίνου του πνεύμονα ο ενδοβρογχικός υπέρηχος (EBUS-endobronchial ultrasound). Η αρχή αυτής της εφαρμογής στηρίζεται στο γεγονός ότι η υπερηχογραφική εικόνα εξαρτάται από τις διαφορές στη μετάδοση, απορρόφηση, διασπορά και αντανάκλαση των κυμάτων από ιστούς με διαφορετική δομή.

Το νερό έχοντας χαμηλή αντίσταση ,τα κύματα μεταδίδονται μέσω αυτού με υψηλή ταχύτητα.

Ο αέρας και τα οστά είναι αδιαπέραστα και αντανακλούν πλήρως τα κύματα.

3 είναι οι μείζονες παράγοντες που επιδρούν στην ποιότητα της εικόνας

1.η επαφή της κεφαλής με τον ιστό

2.το βάθος διείσδυσης

3.η ευκρίνεια στο χώρο των διάφορων δομών.

Η συμβολή του ενδοβρογχικού υπερήχου είναι πολύ σημαντική τόσο στη διάγνωση όσο και στη σταδιοποίηση του καρκίνου, αυξάνοντας κατά πολύ τα ποσοστά της ευαισθησίας αλλά και της ειδικότητας της βρογχοσκόπησης, ειδικά στις περιπτώσεις διήθησης λεμφαδένων του μεσοθωρακίου, αλλά και στην εκτίμηση της έκτασης της διήθησης του βρογχικού τοιχώματος.

Σε μία εργασία που δημοσιεύθηκε στο ERJ (European Respiratory Journal) το 2006, ο ενδοβρογχικός υπέρηχος εφαρμόσθηκε σε 100 ασθενείς και τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Αναφέρουμε μόνο το γεγονός ότι 21 ασθενείς είχαν λεμφαδενικές μεταστάσεις, οι οποίες δεν είχαν εντοπισθεί στην αξονική τομογραφία. Επίσης το 15% από αυτούς τους ασθενείς απέφυγαν τη θωρακοτομή λόγω νόσου Ν2/Ν3.

 

 

 

 

 

 

Γ3. Βρογχοσκόπηση υπό εικονική ηλεκτρομαγνητική καθοδήγηση (πλοήγηση)

 

Ακόμη πιο πρόσφατη εφαρμογή είναι η εικονική ηλεκτρομαγνητική καθοδήγηση (Bronchoscopy under virtual electromagnetic navigation - bronchial GPS*), αυξάνοντας πολύ τα ποσοστά στη διάγνωση περιφερικών όζων και όζων του μεσοθωρακίου, όπου με τις συμβατικές μεθόδους η προσέγγιση και κατά συνέπεια η διάγνωσή τους ήταν αδύνατη.

Το σύστημα πλοήγησης προϋποθέτει την ανάπτυξη ενός ηλεκτρομαγνητικού πεδίου γύρω από τον θώρακα, εντοπίζοντας τη βλάβη μέσω ενός ενδοσκοπικού εργαλείου με μικροαισθητήρα ο οποίος ανακατασκευάζει σε πραγματικό χρόνο εικόνες που έχουν ληφθεί προηγουμένως με αξονική τομογραφία.

Η διάγνωση περιφερικού όζου είναι μία συχνή κατάσταση και αποτελεί περίπου το 25% των περιπτώσεων. Οι πλέον κοινές αιτίες μονήρων πνευμονικών όζων είναι :

1. Κοκκιωματώδη νοσήματα

2. Βρογχογενής καρκίνος

3. Μετάσταση από άλλα όργανα

Περιφερικοί όζοι μικρότεροι από 2 εκατοστά που διαγιγνώσκονται μόνο με τη χρήση του βρογχοσκοπίου, ανέρχονται σε ποσοστό περίπου 30% (14% όταν η εντόπισή τους είναι στο τρίτο εξωτερικό μέρος του πνεύμονα και 60% όταν αφορά μεγαλύτερους όγκους).

Σε εργασία που δημοσιεύθηκε στο Chest το 2006, από τον Schwarz Y και αφορούσε τη διάγνωση 13 περιφερικών όζων, 15 έως 50 χιλιοστά διαμέτρου (μ.ο. 20 χιλιοστά), το ποσοστό επιτυχίας ήταν 69%. Σε μία άλλη εργασία που δημοσιεύθηκε στο American Review από τον TR Gildea, το 2006 και αφορούσε 49 ασθενείς με 56 περιφερικούς όζους διαμέτρου 22,8 ± 12,6 χιλιοστά, το ποσοστό διάγνωσης έφθασε το 74%.

 

(*)bronchial GPS = Genial Pulmonary System

 

Δ. ΝΕΟΤΕΡΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ

Νέες ελπιδοφόρες τεχνικές όπως η τρισδιάστατη απεικόνιση με τη βοήθεια φθορισμού, μαγνητικού συντονισμού και υπερήχων, η μικροσκοπική ενδοσκοπική εξέταση που επιτρέπει τη διερεύνηση σε κυτταρικό επίπεδο (Magnification, Confocal Fluorescence Microendoscopy, Narrow-Band Imaging) βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, στοχεύοντας την πιο πρώϊμη, πιο λεπτομερή και ακριβέστερη διάγνωση του καρκίνου του πνεύμονα, προσφέροντας ανεκτίμητη βοήθεια στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή του.

 

Συμπερασματικά θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η βρογχοσκόπηση, με τη βοήθεια που προσφέρουν οι νέες τεχνικές που εφαρμόζονται τα τελευταία χρόνια (Φθορίζουσα βρογχοσκόπηση, Ενδοβρογχικός υπέρηχος, Ηλεκτρομαγνητική καθοδήγηση) μέσω της εντόπισης καρκινωματωδών βλαβών ακόμη και σε πρώϊμο στάδιο, διηθημένων λεμφαδένων, μικρών περιφερικών βλαβών, την εκτίμηση για την έκταση (διήθηση) του όγκου στο βρογχικό τοίχωμα και τέλος την καθοδήγηση για σωστή λήψη βιοπτικού και κυτταρολογικού υλικού, την καθιστούν στην πρώτη θέση μεταξύ των άλλων, στη διάγνωση και σταδιοποίηση του καρκίνου του πνεύμονα. Ταυτόχρονα δε επιτυγχάνουμε την αποφυγή περισσότερο επεμβατικών μεθόδων, όπως η θωρακοτομή, που προϋποθέτουν μεγαλύτερη νοσηλεία, υψηλότερο κόστος και εγκυμονούν διάφορες επιπλοκές.

το άρθρο σε μορφή power point

 

 

 




Κορυφή σελίδας

Επιστροφή στην προηγούμενη σελίδα | Πρώτη σελίδα | Κύρια συμπτώματα | Κύρια νοσήματα
Εργαστηριακές εξετάσεις | Φάρμακα | Αρθρα πνευμονολογικά | Διάφορα ιατρικά άρθρα
Συνδέσεις | Αρθρογράφοι | Ρωτάτε- Απαντάμε | Πληροφορίες | Επικοινωνία